Σοβαρά ζητούμενα που θα αποκωδικοποιούνται με τον δέοντα τρόπο


«Η σύγχρονη Ιστορία έχει δείξει πως η ουτοπία είναι η μητέρα κάθε δικτατορίας» (Jacques Attali)

Βιώσαμε την προηγούμενη δεκαετία στον ελλαδικό χώρο καταστάσεις που αν τις περιέγραφε κάποιος, για παράδειγμα το 2005, θα τον κοιτάζαμε σαν να είναι τρελός και θα του συνιστούσαμε με μισοειρωνικό και μισοσυμβουλευτικό συνάμα ύφος να σταματήσει να διαβάζει «ακραία» αναγνώσματα ή να ακούει συνωμοσιολόγους ακατάληπτων σεναρίων…

Το τελικό αποτέλεσμα αυτών των ραγδαίων και πρωτόγνωρων συνθηκών ήταν, από τη μία πλευρά, να αποκτήσει ο Λαϊκός Σύνδεσμος Χρυσή Αυγή ευδιάκριτο πολιτικό έρεισμα μέσα στην κοινωνία και από την άλλη να αναλάβει τη διακυβέρνηση της χώρας ένα (το) κόμμα της ριζοσπαστικής Αριστεράς, και πιο συγκεκριμένα εκείνο που δέσποζε στην ανανεωτική εκδοχή της. Αυτά όλα συνιστούσαν ριζική αλλαγή (εγχώριου) παραδείγματος…

Στο συγκεκριμένο κείμενο θα καταπιαστούμε -ελέω και της εξέλιξης στη Δίκη για τη δολοφονία Φύσσα- ξανά με τη Χρυσή Αυγή. Από μία σειρά γεγονότων φαίνεται πως ο κύκλος που άνοιξε το 2009 οδεύει προς οριστικό κλείσιμο. Σε αυτό το κείμενο θα επιχειρήσουμε να ψηλαφίσουμε κάποια συστατικά στοιχεία που να αφορούν στον πολιτικό ανταγωνισμό πάντα υπό το πρίσμα μίας υποκειμενικής θεώρησης των πραγμάτων.

Με την άνοδο της Χρυσής Αυγής στη δεκαετία του 2010 και την είσοδό της στη Βουλή, δεν είναι ακριβώς πως αποενοχοποιήθηκε ο ναζισμός. Αυτό είναι πολύ δύσκολο να γίνει, ακόμα και σήμερα, γιατί η θεώρησή του, και κυρίως οι εφαρμοσμένες πρακτικές του στα χρόνια του Αδόλφου Χίτλερ, είναι σχεδόν ακατόρθωτο να γίνουν αποδεκτές. Ούτε καν εύπεπτες, ώστε να οδηγήσουν σε συζητήσεις και αναθεωρήσεις. Η Χρυσή Αυγή κατά βάση έβαλε μετά από δεκαετίες στο χάρτη τον εθνικισμό και πρέπει να δούμε τι θα γίνει με αυτόν από εδώ και πέρα γιατί οι προσπάθειες μετασχηματισμού του από τους εγχώριους φορείς του έχουν ήδη ξεκινήσει εδώ και πολλούς μήνες…

Δίχως τα βαρίδια του παρελθόντος, λοιπόν, ενδεχομένως οι ελιγμοί και η επικινδυνότητα του εθνικισμού στον ελλαδικό χώρο να πάρουν άλλα χαρακτηριστικά: πως λέμε π.χ. για τον κορονοϊο; «Λιγότερο θανατηφόρος, περισσότερο μολυσματικός»…

Όπως θυμόμαστε καλά, τα επιχειρήματα της Χρυσής Αυγής τα χρόνια της άνθησής της εστίαζαν στο (αντι)μνημόνιο, στο μεταναστευτικό, στην ασφάλεια και στα διάφορα εθνικά θέματα. Αν προσπαθήσει κάποιος να διερευνήσει-σταθμίσει τις θέσεις της π.χ. στην οικονομία, θα δει πως μέσω των πιο επίσημων χειλών της κατέφευγε στην επίκληση ενός γενικόλογου συνθήματος που άρχιζε και τελείωνε σε δύο μονάχα λέξεις: «εθνική παραγωγή». Ακόμα και σε ερωτήσεις για το αν προτιμούσαν κάποιο εθνικό νόμισμα σε σχέση με το ευρώ, αυτό παραπεμπόταν σε κάτι το μελλοντικό, αλλά με κυρίαρχη συνθήκη το αφηρημένο του πράγματος…

Με βάση το παρελθόν του συγκεκριμένου ιδεολογικού ρεύματος, κυρίως στην πράξη και σε διεθνές επίπεδο, βασική αρχή είναι πως πίσω από την αντικαπιταλιστική και φιλολαϊκή ρητορική επί της ουσίας κρύβεται η εναντίωση σε συγκεκριμένες μερίδες του κεφαλαίου και η υποστήριξη σε κάποιες άλλες. Για τους εθνικιστές υπάρχει το «καλό» κεφάλαιο, υπάρχει και το «κακό». Αλλά, πάντα, υπάρχει το κεφάλαιο. Τα διάφορα κριτήρια κατάταξης σε προσφιλείς ή μη επιχειρηματίες, κυρίως αφορούν στους μυημένους, δηλαδή στους πιο δικτυωμένους… Αυτούς που έχουν επαφές με τμήματα της ντόπιας, και όχι μόνο, μπουρζουαζίας…

Στο μέλλον ο εθνικισμός θα επιχειρήσει να καταλάβει μεγαλύτερο μερίδιο από την πίτα των «προνομίων» του σύγχρονου εγχώριου πολιτικού φάσματος. Βρισκόμαστε στις αρχές της δεκαετίας του 2020 και οι συνθήκες που διαμορφώνονται είναι τέτοιες που -παρά την κατάληξη της Χρυσής Αυγής- θα του δίνουν μεγαλύτερες δυνατότητες διείσδυσης από ότι θα φανταζόταν κάποιος σε σχέση με τη δεκαετία του 1990 ή του 2000.

Αυτό αυτόματα σημαίνει πως κάποια εδραίωσή του αυξάνει τις πιθανότητες για οριστική μετατόπιση της δημόσιας ατζέντας, και όσον αφορά στις κυρίαρχες πολιτικές επιλογές, και όσον αφορά στις κοινωνικές απαιτήσεις, σε «σκληρές» θέσεις. Που ακόμα και η ίδια η ΝΔ επιλέγει κατά βάση να υπολογίζει σε επίπεδο θεωρητικής κουβέντας, αλλά δυσκολεύεται να προωθήσει στο κομμάτι της πρακτικής καθημερινότητας. Αν αυτές οι θέσεις πραγματωθούν, στενεύουν σε μεγάλο βαθμό τα περιθώρια κινήσεων του στρατοπέδου που υπηρετεί τις σοσιαλιστικές ιδέες και δημιουργούν μία καθημερινότητα υψηλών απαιτήσεων…

Η αντιμετώπιση τέτοιων θέσεων προϋποθέτει να μπορείς να δίνεις εσύ εκείνες τις λύσεις που θα μεταφέρουν το  «πάγωμα» στην άλλη πλευρά. Αλλά, για να γίνει κάτι τέτοιο θα πρέπει να έχεις συμφωνήσει εσύ με τον εαυτό σου τι συνιστά πρόβλημα. Προφανώς, πρόβλημα δεν είναι οτιδήποτε ορίζει η ατζέντα του εθνικισμού ή της ακροδεξιάς, αλλά οι κοινωνικές ανάγκες… Αυτές που πηγάζουν από την καθημερινότητα των κοινωνικών και λαϊκών ανθρώπων. Δίχως αγκυλώσεις και με εξυπνάδα.

Οι δρόμοι του μέλλοντος θα είναι δύσκολοι στην προσβασιμότητα και θα απαιτούν ελεγχόμενες ταχύτητες. Θα χρειαστεί περισσότερο μυαλό με διαρκή την πίστη στις ιδέες, παρά ιδέες με άκαμπτο φανατισμό (και αποκομμένες από το κοινωνικό πεδίο και τις βασικές λειτουργικότητές του…). Όταν ο άλλος εμφανίζεται να δίνει λύσεις σε προβλήματα που εσένα σου δημιουργούν αμηχανία, η λύση είναι να λύσεις το πρόβλημα εσύ και όχι να επιτρέπεις στον άλλον να σε εμφανίζει πως είσαι μέρος του προβλήματος…

Αυτά σύντομα θα πρέπει να γίνονται σοβαρά ζητούμενα που θα αποκωδικοποιούνται με τον δέοντα τρόπο: εκείνον που θα κάνει τις δυνάμεις του πραγματικού σοσιαλισμού να γίνονται αντιληπτές από το κοινωνικό σώμα ως ουσιαστική και σύγχρονη διέξοδος… Μπορούμε; 

Πηγή
Author:

Previous Κορονοϊός: Νέος συναγερμός στον ΕΟΔΥ - Εκκενώθηκε γηροκομείο στη Γλυφάδα
Next Ρόναλντ Ρίγκαν: «Η ώρα της επιλογής» (1964) - Μια ανατριχιαστικά επίκαιρη ομιλία (video) | newsbreak