Νόμπελ Λογοτεχνίας 2020


Μικρή εισαγωγή στην ποιητική της απώλειας της Λουίζ Γκλουκ

Την περασμένη εβδομάδα, η Λουίζ Γκλουκ έγινε η δέκατη έκτη γυναίκα συγγραφέας και ταυτόχρονα η πρώτη Αμερικανίδα ποιήτρια που απέσπασε το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Το όνομά της δεν είναι ευρέως γνωστό στο εγχώριο αναγνωστικό κοινό, καθώς στα ελληνικά έχει μεταφραστεί αποσπασματικά και σχετικά λίγα ποιήματά της.

Το παρόν κείμενο επιχειρεί μια σύντομη εισαγωγή στο πλούσιο έργο της 77χρονης ποιήτριας· σταχυολογούνται μεταφρασμένα αποσπάσματα ποιημάτων της σε μια προσπάθεια να σκιαγραφηθεί το περίγραμμα της ξεχωριστής ποιητικής της.

Στον πυρήνα του έργου της Γκλουκ εντοπίζονται τα συναισθήματα της απογοήτευσης, της απόρριψης και της απομόνωσης. Παραθέτω εδώ μερικές αράδες από το πεζό ποίημα «Η κόκκινη παπαρούνα» (μτφρ. Ε. Κορνέτη) όπου το ποιητικό υποκείμενο μετέρχεται της μορφής του ανοιξιάτικου λουλουδιού κι απευθύνεται στους αναγνώστες:

«Το πιο σπουδαίο πράγμα δεν είναι να έχεις μυαλό. Αισθήματα: Ω, απ’ αυτά έχω∙ αυτά με κυβερνούν. […] Τι άλλο θα μπορούσε τόσο ένδοξο να είναι αν όχι μια καρδιά; Ω αδελφοί και αδελφές μου, υπήρξατε κάποτε, πολύ παλιά, σαν κι εμένα, προτού να γίνετε άνθρωποι; […] Μιλάω γιατί είμαι συντετριμμένη».

Η Γκλουκ αντιλαμβάνεται τη συναισθηματική συντριβή ως απόρροια διαφορετικών εκφάνσεων της πανανθρώπινης εμπειρίας της απώλειας. Θεματοποιεί τα πλήγματα που δεχόμαστε στο πλαίσιο των σχέσεών μας, οικογενειακών, ερωτικών και φιλικών, και εξερευνά το αποτύπωμα που αφήνουν οι διαψεύσεις των προσδοκιών μας, οι προδοσίες, οι χωρισμοί και εν τέλει ο θάνατος επί της κοινής μας μαθητείας στην αγάπη.

Η προσωπική ιστορία του ομιλούντος υποκειμένου αποτελεί συχνά την αφετηρία ποιημάτων που συμπυκνώνουν συλλογικά βιώματα. Στην «Πρώτη ανάμνηση» (μτφρ. Σ. Γιοβάνογλου), η συγγραφέας επιτυγχάνει ανεπαίσθητα την αναγωγή του ατομικού βιώματος σε καθολικό μεταθέτοντας την εστίαση από την πρωτοπρόσωπη έκθεση της σχέσης παιδιού – γονιού και των δυσκολιών της σε ένα τριτοπρόσωπο συμπέρασμα, το οποίο μπορεί να ενστερνιστεί ο αναγνώστης:

«απ’ το ξεκίνημα,

στα παιδικά μου χρόνια, νόμιζα

πως πόνος σήμαινε

ότι δεν είχ’ αγαπηθεί.

Σήμαινε ότ’ είχα αγαπήσει».

Η απομάκρυνση της Γκλουκ από το λυρικό εγώ είναι εμφανής στα μυθολογικά της ποιήματα. Ο αρχαιοελληνικός μύθος χρησιμοποιείται ως εκφραστικό όχημα προκειμένου η συγγραφέας να διαχειριστεί διαχρονικές καταστάσεις με παιγνιώδη τρόπο. Στο σύμπαν της ποίησής της συναντάμε ένα πλήθος μυθικών (κυρίως γυναικείων) προσώπων: την Περσεφόνη που προσπαθεί να εντοπίσει τη χαμένη της αθωότητα στον πάτο της λίμνης και τη Δάφνη –με τη μορφή του δέντρου πια– να θρηνεί για την παράλυση του κορμιού της, την απολίθωση των συναισθημάτων της και τη συνακόλουθη απώλεια της ανθρώπινης υπόστασής της.

Ο τρωικός κύκλος τροφοδοτεί γόνιμα την έμπνευση της ποιήτριας, η οποία ανασκευάζει το αιματηρό επεισόδιο του θριάμβου του Αχιλλέα και αναδεικνύει την ευάλωτη πλευρά του ομηρικού ήρωα τη στιγμή που –εγκαταλελειμμένος από τον νεκρό πια Πάτροκλο– έρχεται αντιμέτωπος με τη δική του θνητότητα.

Σε μια σειρά ποιημάτων με κεντρικό άξονα την Οδύσσεια, η ποιήτρια αφήνει στην άκρη τον νόστο του Οδυσσέα και ασχολείται με τους ελάσσονες χαρακτήρες του ομηρικού έπους: την Πηνελόπη που ως άλλη Μαρία Κάλλας ικανοποιεί τα πάθη της ξεχαρβαλώνοντας τα νήματα της πατριαρχίας, τον Τηλέμαχο που πασχίζει να ανδρωθεί στη σκιά του ετοιμόρροπου γάμου των γονιών του και την Κίρκη που αποκαθίσταται στη συνείδηση του αναγνώστη ως θεότητα, παύοντας να είναι δολοπλόκος μάγισσα. Το ποίημα «Η λύπη της Κίρκης» αποδυναμώνει τον πολυμήχανο Οδυσσέα κι επαναφέρει τη δύναμη στα χέρια της θεάς που δίνει τη δική της εκδοχή στα τεκταινόμενα.

«Στο τέλος, αποκάλυψα

τον εαυτό μου στη γυναίκα σου όπως

Ενας θεός θα έκανε, στο δικό της σπίτι

στην Ιθάκη, μια φωνή χωρίς σώμα […]» (μτφρ. Γ. Χουλιάρας)

Στις τελευταίες συλλογές της Γκλουκ ο αποσπασματικός λόγος ενισχύεται εκφραστικά από τις προσεκτικά σχεδιασμένες σιωπές που αντανακλούν την ευαλωτότητα των γηρατειών και την πορεία προς τη φθορά, τόσο του σώματος όσο και της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Κι ενώ η επιμονή σε τέτοια μοτίβα θα προσέδιδε εν δυνάμει ένα άκρως απαισιόδοξο τόνο στο έργο της, τα ποιητικά της αντανακλαστικά την οδηγούν στο να επιστρατεύσει τα όνειρα με στόχο τον μετασχηματισμό των καθημερινών απογοητεύσεων σε μαγικά ανανεωτικές ποιητικές ιστορίες. Στο πεζό ποίημα «Η θεωρία της μνήμης» ο εξής οιωνός προσφέρεται ως ανακούφιση –έστω και προσωρινή– στον βασανισμένο καλλιτέχνη.

«Βλέπω σπουδαία πράγματα εμπρός σου, είπε ή ίσως πίσω σου, δεν μπορώ να είμαι σίγουρη. Παρ’ όλα αυτά, πρόσθεσε, τι σημασία έχει; Αυτή τη στιγμή δεν είσαι παρά ένα παιδί που του κρατάει το χέρι μια μάντισσα. Ολα τα υπόλοιπα είναι υποθέσεις και όνειρα» (μτφρ. G. Le Nonce).

Η γλώσσα γραφής της Γκλουκ διέπεται από λιτότητα και ακριβολογία· πρόκειται για μια γλώσσα καθημερινή, με έντονη προφορικότητα κι απαλλαγμένη από τεχνητούς λυρισμούς. Οι στίχοι της είναι καλοζυγισμένοι και αποδίδουν με ευθύτητα την τραγικότητα και τις αφτιασίδωτες αλήθειες της ανθρώπινης φύσης.


Ο εκδοτικός οίκος «Στερέωμα» πρόκειται μέχρι το τέλος της χρονιάς να καλύψει το κενό της απουσίας της Λουίζ Γκλουκ από την ελληνική βιβλιογραφία· οι βραβευμένες συλλογές The Wild Iris (Pulitzer, 1993) και Faithful and Virtuous Night (National Book Award for Poetry, 2014) σε μετάφραση των Χάρη Βλαβιανού και Δήμητρας Κωτούλα είναι υπό έκδοση.

Πηγή
Author:

Previous Κλήρωση Τζόκερ (18/10): Αριθμοί και συστήματα για να κερδίσετε 900.000 ευρώ
Next Σκάνδαλο σχεδόν 85.000.000€ με απορριμματοφόρα; | newsbreak