Η τελευταία προσπάθεια αντίστασης του άνθρακα


Σε μια περίοδο που οι καλές ειδήσεις είναι σπάνιες, μια θετική ανακοίνωση διαδόθηκε ταχύτητα αυτό το μήνα: η οικονομία που βασίζεται στον άνθρακα περιορίστηκε λόγω της πανδημίας. Δεν είναι ότι η χαμηλότερη κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας κατά τη διάρκεια του lockdown σε μεμονωμένες χώρες συνέβαλε στο προσωρινό κλείσιμο των σταθμών ηλεκτροπαραγωγής με άνθρακα το 2020· επί παραδείγματι η Πορτογαλία παρέτεινε επιπλέον την ημερομηνία κατάργησης της χρήσης ενέργειας από καύση άνθρακα κατά μερικά χρόνια, επειδή το κόστος ήταν πολύ υψηλό. Η πανδημία ενίσχυσε τη βεβαιότητα ότι η πιο βρώμικη μορφή τροφοδοσίας ενέργειας πλησιάζει τελικά το τέλος της. Αυτή η τάση είναι τόσο βιώσιμη που ακόμη και η τεχνητή επέκταση της διάρκειας ζωής των σταθμών παραγωγής ενέργειας με τη βοήθεια των χρημάτων των φορολογουμένων σε μέρη της Ανατολικής Ευρώπης δεν μπορεί να την αλλάξει. Ενισχύεται περαιτέρω από τους νέους στόχους της ΕΕ για το κλίμα, που μπορεί να μην επαρκούν για την επίτευξη του ορίου 1,5 βαθμών Κελσίου, αλλά σύμφωνα με αυτούς ο μεγαλύτερος ρυπαντής της Ευρώπης, η Γερμανία, θα πρέπει να φέρει εις πέρας τη σταδιακή κατάργηση του άνθρακα μέσα σε οκτώ χρόνια έως το 2030.

Εν τω μεταξύ, γίνεται όλο και πιο ξεκάθαρο πού επικεντρώνεται το ενδιαφέρον – όχι μόνο για τη γερμανική κυβέρνηση αλλά και για μεγάλα τμήματα της βιομηχανίας: στο φυσικό αέριο. Σήμερα, η Γερμανία είναι ήδη ο μεγαλύτερος εισαγωγέας φυσικού αερίου στην Ευρώπη. Η επιτυχία του βιώσιμου μετασχηματισμού του ενεργειακού συστήματος θα αποφασιστεί σε μεγάλο βαθμό από τους νόμους και τις επενδύσεις της ενεργειακής βιομηχανίας τα επόμενα χρόνια. Εξάλλου, κανένα εθνικό σχέδιο για τη σταδιακή κατάργηση των ορυκτών καυσίμων δεν είχε τόσο μεγάλο αντίκτυπο στις πανευρωπαϊκές εκπομπές.

Το πόσο μακριά προτίθεται να φτάσει ο Μεγάλος Συνασπισμός (ο συνασπισμός μεταξύ Σοσιαλδημοκρατών (SPD) και της Ένωσης (CDU)) για να αποφευχθεί να μπουν σε κίνδυνο οι σημερινές επενδύσεις στην επέκταση της υποδομής φυσικού αερίου, φαίνεται από μια επιστολή του Γερμανού υπουργού Οικονομικών Όλαφ Σολτς στον πρώην υπουργό Οικονομικών των ΗΠΑ στο υπουργικό συμβούλιο του Τραμπ, Στίβεν Μνούτσιν. Σε αυτήν, ο σοσιαλδημοκράτης υπουργός και υποψήφιος καγκελάριος προσφέρει στην αμερικανική κυβέρνηση ένα δισεκατομμύριο ευρώ από τα χρήματα των φορολογουμένων για να βοηθήσει στην κατασκευή τερματικών υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) για την εισαγωγή LNG από τις ΗΠΑ. Σε αντάλλαγμα, η Ουάσιγκτον πρέπει να άρει τις κυρώσεις σε εταιρείες που εμπλέκονται στον αγωγό φυσικού αερίου Nordstream 2. Χρήματα φορολογουμένων για Αμερικάνικο σχιστολιθικό φυσικό αέριο ούτως ώστε να ολοκληρωθεί ένας ρωσικός αγωγός φυσικού αερίου; Η ενεργειακή μετάβαση στην πράξη, θα μπορούσε κανείς να πει.

Τα επιστημονικά δεδομένα δείχνουν ότι η Γερμανία και η Ευρώπη δε χρειάζονται καθόλου νέες υποδομές για φυσικό αέριο για να εγγυηθούν τον ενεργειακό εφοδιασμό τους – ανεξάρτητα από το πόσο γρήγορα θα σβήσει η βιομηχανία άνθρακα. Σε όλη την Ευρώπη, η τρέχουσα χωρητικότητα φυσικού αερίου χρησιμοποιείται μόνο κατά το ήμισυ. Οι γερμανικοί τερματικοί σταθμοί υγροποιημένου φυσικού αερίου χρησιμοποιούνται μόνο στο ένα τέταρτο της χωρητικότητας τους. Ωστόσο, το γεγονός ότι το Βερολίνο εργάζεται για μια σημαντική επέκταση της χωρητικότητας σε ρωσικό αέριο μέσω αγωγών και σε σχιστολιθικό αέριο των ΗΠΑ οφείλεται – πώς θα μπορούσε να είναι διαφορετικά – στην επιτυχημένη άσκηση πίεσης από τη βιομηχανία. Αυτή η πίεση κατάφερε να κάνει τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις να χρησιμοποιούν τις προβλέψεις των εταιρειών φυσικού αερίου περί μελλοντικής κατανάλωσης ως βάση για πολιτικές αποφάσεις. Και προς έκπληξη όλων, το λόμπι του φυσικού αερίου εκτιμά ότι θα χρειάζεται περισσότερο αέριο στο μέλλον.

Αλλά για να επιτύχουμε τους κλιματικούς στόχους του Παρισιού, πρέπει να μειώσουμε αμέσως την κατανάλωση φυσικού αερίου και να την εκμηδενίσουμε πολύ πριν από τα μέσα του αιώνα. Πρόσφατα ευρήματα σχετικά με τις κλιματικές επιπτώσεις του μεθανίου (το κύριο συστατικό του αερίου) ενισχύουν αυτό το συμπέρασμα. Εδώ και χρόνια, η βλαπτικότητα των έργων φυσικού αερίου υποβαθμίζεται τεχνητά από τη μη συμπερίληψη εκπομπών που προκαλούνται από διαρροές και μέσω του σκόπιμου… εξαερισμού ή της εκτόνωσης του αερίου στους ισολογισμούς. Έτσι, ενώ οι εταιρείες ενέργειας και οι κυβερνήσεις μας λένε ασταμάτητα ότι τα ορυκτά καύσιμα θα βοηθήσουν τη μετάβαση σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, το αέριο υπό ορισμένες συνθήκες είναι εξίσου επιβλαβές για το κλίμα με τον άνθρακα.

Η απόφαση, επομένως, είναι απλή: εάν η Ευρώπη θέλει να συμβάλει διεθνώς στη συμμόρφωση με το όριο των 1,5 βαθμών Κελσίου, δεν πρέπει να ξεκινήσουν νέα έργα ορυκτών καυσίμων και, επιπλέον, τα υπάρχοντα σχέδια πρέπει να σταματήσουν. Εάν χώρες όπως η Γερμανία δεσμεύονται σε τέτοια έργα για τις επόμενες δεκαετίες, εμποδίζουν τον φιλικό προς το κλίμα μετασχηματισμό της ΕΕ. Σε ολόκληρη την ΕΕ, παρακολουθούμε τον επιθανάτιο ρόγχο του συστήματος ορυκτών καυσίμων το οποίο πλησιάζει στο τέλος του. Είναι πιο σημαντικό από ποτέ ότι οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις να μην ακολουθήσουν το παράδειγμα της ενεργειακής πολιτικής της Γερμανίας.

*Ακτιβιστής για το Κλίμα

Αυτό το άρθρο δημοσιεύτηκε στo Forum.eu στις 23/2/2021

Πηγή
Author:

Previous Προκαλεί η Τουρκία με τη «Γαλάζια Πατρίδα»: Βγάζει 87 πολεμικά στο Αιγαίο - Τι κρύβεται από πίσω
Next Οι Γερμανοί μας χαρακτηρίζουν «χώρα-πρότυπο» στους εμβολιασμούς | newsbreak
All24 Team
About the author

All24 Team