Από τον βίο και την πολιτεία του Ευγένιου ντε Ζιλά


Ο Ευγένιος ντε Ζιλά, ένας από τους πιο σημαντικούς σύγχρονους εσπεραντιστές και συγγραφέας, άφησε την τελευταία του πνοή στις 2 Οκτωβρίου, σε ηλικία 82 ετών.

Γεννήθηκε στην Ουγγαρία το 1939 και από δεκατριών ετών έρχεται σε επαφή με την εσπεράντο, τη διεθνή γλώσσα που προσέλκυσε σοσιαλιστές, κομμουνιστές και αναρχικούς και ταυτοχρόνως πολεμήθηκε για την επαναστατική δυναμική της από τα φασιστικά καθεστώτα.

Το 1956 εγκαταστάθηκε μόνιμα στη Γαλλία και αφού πήρε το διδακτορικό του στη φιλοσοφία δίδαξε για πολλά χρόνια φιλοσοφία στη γαλλική δευτεροβάθμια εκπαίδευση.

Το 1985 με την εσπεραντίστρια σύζυγό του, Λένα, ίδρυσαν το διεθνές εσπεραντικό περιοδικό «La Gazeto».

Στα πεντηκοστά πρώτα του γενέθλια κάποιος δαίμονας ή κάποιος θεός έρχεται και ψιθυρίζει στο αυτί του: «Γιατί να περιμένεις τη συνταξιοδότηση αφού διαθέτεις τις ικανότητες και όχι μόνον τα όνειρα του λάτρη της περιπέτειας; Να απαρνηθείς την γκρίζα ζωή των εξαρτημένων ατόμων, να φύγεις, να απομονωθείς, να γράψεις».

Ο Ευγένιος ντε Ζιλά είχε απογοητευθεί από τους καρπούς του Μάη του ’68, τη μετεξέλιξη της παιδείας σε επαγγελματική κατάρτιση, την παρακμή των ανθρωπιστικών επιστημών, τα σοβιετικά γκουλάγκ, τον υπαρκτό σοσιαλισμό, τις αστές γυναίκες με τα χίπικα ρούχα, τις διαφημίσεις, την ιδεολογία της κατανάλωσης, τις φιλίες που είχαν μετατραπεί σε κοινωνικές επαφές. Η κουλτούρα της γαλλικής αστικής τάξης δεν ασκούσε πλέον καμία φανερή ή κρυφή γοητεία πάνω του.

Παρέα με τη γυναίκα του έφτασαν με τροχόσπιτο μέχρι τις Ινδίες και γεύτηκαν πολλές φορές την εποποιία των ταξιδιών στην Ανατολή. Αποφάσισαν να γίνουν νομάδες. Αλλά πώς να ξαναβρεί κανείς τη νομαδική ζωή πάνω σ’ αυτή την καταπατημένη λασπόμπαλα; Υπάρχουν ακόμη όμορφοι τόποι για μοναχικούς; Ακόμη και στις ερήμους, μετά από μερικές ώρες έρχονταν άνθρωποι που κρύβονταν πίσω από πέτρες.

Μόνο με σκάφος μπορεί να ζήσει κανείς σαν νομάς σε ακατοίκητα νησιά, σε κολπίσκους που δεν έχουν πρόσβαση από την ξηρά, χωρίς να πληρώνει για θέρμανση, χωρίς κοινωνικές υποχρεώσεις που συνοδεύονται από ακριβά γεύματα και ποτά, καταναλώνοντας απολύτως τα απαραίτητα. Ο Ευγένιος ντε Ζιλά, με τη συμπαράσταση της γυναίκας του, πουλάει το σπίτι στη Γαλλία και αγοράζει σκάφος, από δεύτερο χέρι, ένα ιστιοπλοϊκό, το «Kerguelen», σε πολύ καλή κατάσταση. Από εδώ και στο εξής το σκάφος είναι το σπίτι τους.

Και η θάλασσα; Τι σημαίνει γι’ αυτούς τους δυο διανοούμενους της στεριάς; Στην αρχή «μπόλικο νερό» κι αργότερα ένα τέρας όμορφο και συνάμα σκληρό. Σε όσους νομίζουν ότι βρίσκονται σε αιώνιες διακοπές, ο Ντε Ζιλά αντιπροτείνει να έρθουν τον χειμώνα να δουν πώς είναι η ζωή σε καράβι, με σκοτάδι, με κρύο, με θαλασσοταραχή, με κούραση, με φόβο, με το σκάφος να κινδυνεύει να τσακιστεί στα βράχια.

Η θάλασσα για τον Ευγένιο ντε Ζιλά είναι ένα αιώνιο αρχετυπικό σύμβολο. Η Μεσόγειος είναι ονειρική, μαγική, συναρπαστική. Κάτω από όλα αυτά τα βότσαλα των ακτών της κρύβονται δέκα χιλιάδες χρόνια της γνωστής και εκατό χιλιάδες χρόνια της άγνωστης ιστορίας.

Το παρθενικό ταξίδι με το «Kerguelen» είναι μια μικρή οδύσσεια. Ξεκινούν με τη γυναίκα του από τη Μασσαλία με τελικό προορισμό την Ελλάδα, την Πύλο. Το ταξίδι αποτυπώνεται στο σώμα του με πληγές, βαθιά σημάδια, αλλά και στην ψυχή του, με άγχος, κούραση, επιθετικότητα. Σαν καραβοκύρης αναλαμβάνει όλες τις ευθύνες και λαμβάνει όλες τις αποφάσεις για το σκάφος. Κάποιες φορές λυγίζει, γίνεται δύσθυμος, επιθετικός με τη σύντροφο της ζωής του, τη Λένα. Κατόπιν της ζητάει πολλές φορές συγγνώμη για τις θυμωμένες κραυγές του.

Η θάλασσα στο ταξίδι αλλάζει μορφές, άλλοτε γίνεται λάδι κι άλλοτε τεράστια κύματα καλύπτουν το σκάφος –αναπαραστάσεις από τις τρικυμίες της Αινιάδας και της Οδύσσειας.

Η αυγή, στο φθινοπωρινό φως της Πύλου, είναι χρυσοκόκκινη, σαν οθόνη σινεμασκόπ. Η Πύλος είναι ο τόπος που ο Ντε Ζιλά διάλεξε για να ξεχειμωνιάσει μαζί με τα φαντάσματα που τριγυρίζουν ακόμη εκεί και στη ράδα του Ναβαρίνου. Δύο ναυμαχίες, που απέχουν μεταξύ τους δύο χιλιετίες, μοναδικές από την άποψη της στρατηγικής, η μία κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού Πολέμου, το 425 π.Χ., και οι άλλη το 1827 μ.Χ., που σήμανε τη νίκη της Ελληνικής Επανάστασης, εκτυλίχθηκαν εκεί, συνενώνοντας την ελληνική με την ευρωπαϊκή ιστορία. Το «Kerguelen» γλιστράει πάνω στον βυθό με τα βυθισμένα πλοία. Η ράδα του Ναβαρίνου γίνεται η δεύτερη πατρίδα του.

Στην Πύλο ο Ευγένιος ντε Ζιλά συναντά τον Ανδρέα Ψιλόλιγνο, μια φιλία ξεκινά. Ενα εκρηκτικό δίδυμο όπως ο Αλέξης Ζορμπάς και ο Νίκος Καζαντζάκης σε ένα διαρκές αλισβερίσι με τη ζωή, τον χορό, τη θάλασσα, τον κίνδυνο, τον φόβο, τη χαρά και τον θάνατο. Ο Αντρέας είναι θαλασσινός, ντόπιος, του μαθαίνει πολλά για το καράβι και τη θάλασσα. Ο Αντρέας τον μετατρέπει σιγά σιγά σε άνθρωπο της θάλασσας.

Ο Ευγένιος ντε Ζιλά είναι συγγραφέας των βιβλίων «Kaj kiu pravas. Memorpertoj» (Και αυτός που έχει δίκιο. Εμπειρίες μνήμης) και «La princo ce la hunoj» (Ο πρίγκιπας στους Ούνους). Γράφει πάντα στην εσπεραντική. Στο βιβλίο «Να ζεις σε καράβι», μετάφραση της Μάνθας Χρήστου και επιμέλεια του Γιώργου Βατίκαλου, από τις Εκδόσεις Θίνες, παρουσιάζονται οι ιδέες του, πολλά στοιχεία για τη ζωή του, τα πνευματικά του ενδιαφέροντα, οι πρώτες του εμπειρίες από τη ζωή του στο καράβι.

*Δρ ιστορικός-οικονομολόγος

Πηγή
Author:

Previous Πέθανε ο αρχαιολόγος Νίκος Ζίας - Το μήνυμα της Λίνας Μενδώνη
Next Μητροπολίτης Γαβριήλ στην ιταλική τηλεόραση: «Μαύρη μέρα η 24η Ιουλίου που μετατράπηκε η Αγία Σοφία σε τζαμί» | newsbreak